βήχιον

βήχιον, τό,
A colt's-foot, Tussilago Farfara, used to allay cough, Hp. Art.63, Dsc.3.112.
II slight cough, Id.Eup.2.31.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • βήχιον — colt s foot neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βηχίοις — βήχιον colt s foot neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βηχίου — βήχιον colt s foot neut gen sg βηχίας hoarseness masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βηχίων — βήχιον colt s foot neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βηχιό — το (AM βήχιον και βηχίον) ελαφρός βήχας αρχ. φαρμακευτικό φυτό που ανακουφίζει από τον βήχα. [ΕΤΥΜΟΛ. Το νεοελλ. βηχιό < αρχ. βηχίον < βηξ( χός)] …   Dictionary of Greek

  • Tussilage — Tussilago farfara …   Wikipédia en Français

  • βήχας —  Αντανακλαστικό φαινόμενο που συνίσταται στη βίαιη εκπνοή, με τη γλωττίδα αρχικά κλεισμένη, για να ανοίξει στη συνέχεια απότομα. Αποσκοπεί στην απομάκρυνση εκκριμάτων και ξένων σωμάτων από τις αεροφόρους οδούς. Το αντανακλαστικό του β.… …   Dictionary of Greek

  • πίθιον — τὸ, Α [πίθος] το φυτό βήχιον …   Dictionary of Greek

  • παγγόνατον — παγγόνατον, τό (Α) φαρμακευτικό φυτό που ανακουφίζει από τον βήχα, το βήχιον* …   Dictionary of Greek

  • πετρώνιον — τὸ, Α το φυτό βήχιον*. [ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. παράγεται από τη λ. πέτρα, όπως και άλλες ονομ. φυτών (πρβλ. πετραία, πετραίον, πετρίς) λόγω τού ότι τα φυτά αυτά φυτρώνουν σε μέρη βραχώδη] …   Dictionary of Greek

  • χαμαίγειρον — τὸ, Α το φυτό βήχιον*. [ΕΤΥΜΟΛ. < χαμ(αι) * + αἴγειρος, ονομ. δέντρου] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.